μολεύω

μολεύω
(I)
(Μ μολεύω)
1. μεταδίδω μόλυσμα ή νόσημα, μολύνω κάποιον
2. μολύνομαι
3. μτφ. μιαίνω, ατιμάζω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μολύνω, με επίδραση τού νοθεύω].
————————
(II)
μολεύω (Α)
κόβω και μεταφυτεύω τις παραφυάδες τών δένδρων.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για μετονοματ. παρ. ενός αμάρτυρου *μολεύς «βλαστάρι» < *μόλος (πρβλ. μολεῖν, αόρ. β' τού βλώσκω)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • μολεύω — μολεύω, μόλεψα βλ. πίν. 17 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μολεύω — μόλεψα, μολεύτηκα, μολεμένος, μολύνω κάποιον, μεταδίνω ασθένεια: Το παιδί κόλλησε μια αρρώστια από ένα συμμαθητή του και μόλεψε όλη την οικογένεια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μολεύειν — μολεύω cut off and transplant the suckers pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμόλευτος — η, ο [μολεύω] 1. ο μη μολεμένος, αμόλυντος 2. ηθικά αμόλυντος, ενάρετος 3. ανόθευτος, γνήσιος …   Dictionary of Greek

  • βλαστάνω — και βλασταίνω και βλαστίζω (AM βλαστάνω, Α και βλαστώ, άω και βλαστώ, έω και βλαστώ, όω) 1. αποκτώ βλαστούς, πετάω βλαστάρια 2. γεννιέμαι 3. φυτρώνω, εμφανίζομαι αρχ. κάνω να βλαστήσει κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Από το θ. του αορ. έβλαστον,… …   Dictionary of Greek

  • μολοβρός — μολοβρός, ὁ (Α) 1. (για επαίτη) αυτός που σπεύδει προς τη βορά, ακόρεστος στην τροφή, γαστρίμαργος, λαίμαργος 2. ως επίθ. μολοβρός, ή, όν αυτός που μόλις αυξάνεται, χαμηλός, ταπεινός («μολοβρὴ ῥίζα» ή «μολοβρὴ κεφαλή» η ρίζα, ή κεφαλή φυτού που… …   Dictionary of Greek

  • μολούω — (Α) (κατά τον Ησύχ.) «μολούειν ἐγκόπτειν τὰς παραφυάδας». [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για μεταπλασμένο τ. τού μολεύω (ΙΙ)*, πιθ. κατ αναλογία προς το κολούω] …   Dictionary of Greek

  • μόλεμα — το (Μ μόλεμα) [μολεύω] 1. μίανση, μόλυνση, μόλυσμα 2. ρύπανση, λέρωμα μσν. λοιμός, επιδημία …   Dictionary of Greek

  • μόλουρος — μόλουρος, ὁ (Α) είδος φιδιού. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η σύνδεση με τα μολεύω (II), μολούω δεν φαίνεται πιθανή] …   Dictionary of Greek

  • molimă — MÓLIMĂ, molime, s.f. (pop.) Boală cu caracter epidemic; (la oameni) epidemie; (la animale) epizootie; p. ext. boală care atacă un număr mare de plante. – Din ngr. mólema. Trimis de LauraGellner, 03.06.2004. Sursa: DEX 98  MÓLIMĂ s. 1. v.… …   Dicționar Român

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”